Η αληθινή ιστορία του Φρανκ Σέρπικο που ενέπνευσε τον Αλ Πατσίνο
Ο Φρανκ Σέρπικο αποκάλυψε τη διαφθορά στην Αστυνομία της Νέας Υόρκης και στις 3 Φεβρουαρίου 1971 πλήρωσε το τίμημα με μια σφαίρα στο πρόσωπο.
Ήταν μια συνηθισμένη αστυνομική έφοδος ένα χειμωνιάτικο βράδυ στο Μπρούκλιν. Το ημερολόγιο έγραφε 3 Φεβρουαρίου 1971. Ο Φρανκ Σέρπικο χτύπησε την πόρτα και μπήκε πρώτος μέσα στο διαμέρισμα. Μια σφαίρα καρφώθηκε στο πρόσωπό του.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε μόνος. Ήταν όμως η πρώτη φορά που το τίμημα της ειλικρίνειας πήρε μορφή: αίμα, κώφωση στο ένα αυτί και μια σιωπή από τους συναδέλφους του που έμελλε να γίνει πιο εκκωφαντική από τον πυροβολισμό.
Ανώτερος αξιωματούχος της αστυνομίας είχε πει τότε ότι όταν έφτασε η είδηση «τρομοκρατηθήκαμε ότι τον πυροβόλησε μπάτσος».
Σύμφωνα με το New York Magazine, ο Σέρπικο «αφέθηκε να πεθάνει από τους συναδέλφους του αστυνομικούς» και κάποιος ένοικος του κτιρίου κάλεσε τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με περιπολικό. Σε άρθρο του Politico το 2014, ο ίδιος αποκάλυψε: «Ένας από τους αστυνομικούς που με οδήγησε εκείνο το βράδυ είπε αργότερα: "Αν ήξερα ότι ήταν αυτός, θα τον είχα αφήσει εκεί να πεθάνει από αιμορραγία"».
Δύο χρόνια αργότερα, το Χόλιγουντ θα μετέτρεπε αυτή τη ζωή σε ταινία. Και ο Αλ Πατσίνο, που μόλις είχε πρωταγωνιστήσει στον «Νονό», θα ενσάρκωνε έναν αστυνομικό που οι συνάδελφοί του θεωρούσαν «τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο ζωντανό». Όχι γιατί σκότωνε. Αλλά γιατί δεν έπαιρνε χρήματα.
Από παιδί μεταναστών, εχθρός του συστήματος
Ο Φρανκ Σέρπικο γεννήθηκε από Ιταλούς μετανάστες και εντάχθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Υόρκης το 1959. Δεν μπήκε για τη στολή. Μπήκε, όπως έλεγε, «για να υπηρετήσει την κοινότητα».
Το 1965 πέρασε σε υπηρεσία με πολιτικά - ένα βήμα πιο κοντά στη θέση του ντετέκτιβ, που ήταν το όνειρό του. Εκεί όμως, αντί για επαγγελματική άνοδο, βρήκε κάτι άλλο: ένα σύστημα διαφθοράς τόσο βαθιά ριζωμένο, ώστε να μοιάζει φυσιολογικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε, ένας αστυνομικός μπορούσε να αποκομίζει ακόμη και 800 δολάρια τον μήνα (ποσό που ισοδυναμεί με περίπου 8.000 δολάρια σήμερα) από παράνομα τυχερά παιχνίδια. Οι ανώτεροι έπαιρναν μερίδιο. Κανείς δεν ρωτούσε. Όλοι ήξεραν.
Ο ιδεαλισμός του σύντομα συγκρούστηκε με μια διαφθορά τόσο διαδεδομένη, ώστε να μοιάζει κανονικότητα.
Ο Σέρπικο όμως δεν ήξερε πώς να κάνει ότι δεν βλέπει.
Ο πληροφοριοδότης που δεν ταίριαζε πουθενά
Το 1967, αποφάσισε να μιλήσει. Παρέδωσε αποδεικτικά στοιχεία για τη διαφθορά στους προϊσταμένους του. Αντί για προστασία, ήρθε η απομόνωση. Απειλές. Εκφοβισμός. Μετακινήσεις.
Δεν έμοιαζε με τους άλλους. Ήταν μοναχικός, ανορθόδοξος, σχεδόν αντισυμβατικός. Σε ένα Σώμα που βασιζόταν στη σιωπή και τη συμμόρφωση, αυτό τον έκανε διπλά επικίνδυνο.
Μαζί του στάθηκε ο Ντέιβιντ Ντουρκ, ένας άλλος θαρραλέος αξιωματικός της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης. Πιο «συστημικός», πιο αποδεκτός, με διασυνδέσεις.
Οι δυο τους, από διαφορετικούς κόσμους, κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: μέσα στο Σώμα δεν υπήρχε διέξοδος.
Όταν η αλήθεια βγήκε στον Τύπο
Το 1970, απογοητευμένοι και χωρίς επιλογές, απευθύνθηκαν στους New York Times. Το ρεπορτάζ έσκασε σαν βόμβα. Η Νέα Υόρκη αναγκάστηκε να κοιταχτεί στον καθρέφτη.
Ο δήμαρχος Τζον Λίντσεϊ διόρισε ανεξάρτητη εξεταστική επιτροπή -την περίφημη Knapp Commission. Για πρώτη φορά, η διαφθορά στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Υόρκης δεν παρουσιαζόταν ως μεμονωμένη παρεκτροπή, αλλά ως δομικό πρόβλημα.
Ο Σέρπικο, όμως, παρέμενε εν ενεργεία αστυνομικός.
Η νύχτα που όλα κατέρρευσαν
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1971, υπηρετώντας στη Δίωξη Ναρκωτικών, συμμετείχε σε επιχείρηση σε πολυκατοικία στο Μπρούκλιν. Χτύπησε την πόρτα πρώτος. Όταν άνοιξε, μπήκε.
Η σφαίρα ήρθε αμέσως.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι συνάδελφοί του δεν έσπευσαν να καλέσουν βοήθεια. Ένοικος του κτιρίου ειδοποίησε τις Αρχές. Ο Σέρπικο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με καθυστέρηση.
Χρόνια αργότερα, έγραψε ότι ένας από τους αστυνομικούς του είπε: «Αν ήξερα ότι ήσουν εσύ, θα σε άφηνα να πεθάνεις εκεί».
Μια πόλη σε κατάσταση πολέμου
Το 1972, το BBC κατέγραψε μια Νέα Υόρκη που έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη: 1.600 δολοφονίες σε έναν χρόνο. Περισσότεροι νεκροί απ’ ό,τι στον πόλεμο του Βιετνάμ - και πάνω από όλα, η κοινή πεποίθηση ότι «οι μπάτσοι τα παίρνουν».
Η Knapp Commission μίλησε για «grass-eaters» - αστυνομικούς που αποδέχονταν μικρά φιλοδωρήματα - και για «meat-eaters», εκείνους που εκμεταλλεύονταν ενεργά το έγκλημα για μεγάλα ποσά. Το πρόβλημα δεν ήταν η εξαίρεση. Ήταν ο κανόνας.
«Να φοβάται ο διεφθαρμένος τον έντιμο»
Ο Σέρπικο κατέθεσε δημόσια. Μερικώς κωφός από το ένα αυτί λόγω του πυροβολισμού, εμφανώς καταπονημένος, αλλά αμετανόητος.
«Ελπίζω ότι οι αστυνομικοί στο μέλλον δεν θα βιώσουν την ίδια απογοήτευση και άγχος που υπέστην τα τελευταία πέντε χρόνια στα χέρια των ανωτέρων μου λόγω της προσπάθειάς μου να καταγγείλω διαφθορά. Με έκαναν να νιώθω ότι τους είχα επιβαρύνει με μια ανεπιθύμητη εργασία».
Ζήτησε μόνο ένα πράγμα: να δημιουργηθεί ένα σύστημα όπου «ο διεφθαρμένος αστυνομικός θα φοβάται τον έντιμο - και όχι το αντίστροφο».
Ήταν μια φράση που έμελλε να συνοψίσει ολόκληρη την υπόθεση.
Από την κατάθεση στο πανί
Το 1973, ο σκηνοθέτης Sidney Lumet μετέφερε την ιστορία στον κινηματογράφο με την ταινία «Σέρπικο», τη μουσική της οποίας υπέγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Ο Πατσίνο δεν έπαιξε έναν ήρωα. Έπαιξε έναν άνθρωπο κουρασμένο, πεισματάρη, συχνά αντιπαθή. Και γι’ αυτό αληθινό.
Η αφίσα της ταινίας έγραφε: «Για πολλούς συναδέλφους του, ήταν ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος ζωντανός - ένας έντιμος μπάτσος».
Το τέλος
Απογοητευμένος, ο Φρανκ Σέρπικο παραιτήθηκε από την Αστυνομία το 1972. Έφυγε από τις ΗΠΑ, έζησε για ένα διάστημα στην Ελβετία. Δεν επέστρεψε ποτέ πραγματικά στο Σώμα που προσπάθησε να αλλάξει.
Τριάντα χρόνια αργότερα, το 2003, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε τον Φρανκ Σέρπικο στην 40ή θέση της λίστας του με τους μεγαλύτερους ήρωες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Στην πραγματική ζωή, όμως, ο Φρανκ Σέρπικο δεν τιμήθηκε ως ήρωας. Απλώς επιβίωσε.